LSJὑποστάθμιοςGlossby weightὑποστάθμιος,ον,A. by weight(?), ὑποστάθμιον ἀγόρασον ἡμικοτύλην ξηρομύρουPOxy. 1142.1(iii A. D.).ReferencesPOxy. 1142.1