ὑποσύρω [ῡ],
A. drag down,
τὰς ἁμάξας εἰς τὸν ποταμόν
Plu. Pyrrh. 28
;ὑ. τὰ σκέλη tripthemup,
D.S. 17.100 ; ὑ. τὸν πόδα
Luc. Anach. 27
:— Pass. ,ὑποσῠρέντων τῶν ἵππωνif the horseswere tripped up,Sch. Il. Oxy. 221 xii 33 ; ὑπεσύρησαν εἰς τὸ βαθὺ τῆς λίμνης
Ach.Tat. 4.14
: metaph., ὑποσῠρῆναι εἰς τὸν ἔσχατον μεριστόν to be brought down,
Dam. Pr. 106
; ὅταν . . οἱ κάμνοντες εἰς τὴν τοιαύτην ὑποσύρωνται τοῦ σώματος διάθεσιν
Gal. 15.607
:— Med. ,draw off downwards, undermine,
χώματα
App. Mith. 76