ὑποτοπ-έω,pf.
A.
-τετόπηκα
D.C. 38.42
:—suspect, surmise, τι
Th. 1.56 ; c. acc. etinf., ib. 20 , 51 , Alciphr. 3.72 , Procop Vand. 1.18 ;ὑ. μὴ. . Th. 2.13 .
2. c. acc pers.,suspecthim, Id. 5.116 (s. v.l.).
II.
Med.
ὑποτοπέομαι,aor. ὑπετοπήθηνin med. sense:—suspecta thing, οὐδὲν ὑποτοπηθέντα
Hdt. 9.116
; κάχ' ὑποτοπεῖσθαι
Ar. Ra. 958
: c.inf., ὑποτοπηθέντες Δημάρητον δρησμῷ ἐπιχειρέειν
Hdt. 6.70
, cf. Ar. Th. 496 , Lys. 9.4 (Scal. forὑπετυπούμην); ὑποτοπεῖσθαι χρὴ ἐκ τῶν γεγραμμένωνone mustform an idea,