ὑποτρέφω,
A. rear, nourish,
σκύλακας
D.H. 4.81
; πώγωνας
D.S. 3.63
; ῥίζεα . . ὑποτέτροφε λίμνη
Nic. Al. 589
: metaph.,cherish, nurse,
τὴν χολήν
Luc. Cal. 24
;foster, encourage,
παχὺν καὶ γλίσχρον ὑποθρέψει χυμόν
Gal. Vict.Att. 6
; ὑποθρέψαι πλῆθος χυμῶν
Id. 1.302
, cf. 6.239 , al.:— Med. ,cherish,
τόλμαν