ὑπότροπος,ον, (ὑποτρέπομαι)
A. turning back, returning,
ὑπότροπον ἐκ πολέμοιο ἵξεσθαι
Il. 6.501
; ὑ. ἵκετο δῶμα
Od. 20.332
; ὑ. ἵξομαι αὖτις
Il. 6.367
; οὐκ ἔθ' ὑπότροποι αὖθις ἔσεσθε
h.Ap. 476
; ὑ. οἴκαδ' ἱκέσθαι
Od. 21.211
.
2. rallyingfrom the effect of a blow, Theoc. 25.263 .