ὑποχωρ-έω,fut.
A.
-ήσομαι
Luc. Tox. 11
:—go back, retire, withdraw,
Il. 6.107 , 22.96 ;χώρησαν δ' ὑπό τε πρόμαχοι. . 4.505 ;ὑ. ἐς τὴν Σάμον, εἰς Σικυῶνα,
Th. 8.79 , Is. 6.20 ; πρὸς αἱμασιάν
Th. 4.43
; παρὰ Τισσαφέρνην
Id. 8.45
; freq. inpart.,ὑποχωρῶν ᾤχετο, ὑποχωρήσαντες φεύγουσι,
Is. 4.28 , D. 22.66 ; of a lion, βάδην ὑ.
Arist. HA 629b14
; of long-horned kine, νέμεσθαι ὑποχωροῦντας
Id. PA 659a20
;εἰς τὰ βαθέα ὑ.,of eels, Id. HA 592a27 , etc.