LSJἄνωρ-οςGlossἄνωρ-ος , ον , v.l. for ἄωρος, ἄ. ἀποθανών Id. 2.79 , cf. Leg.Gort. 7.29 .ἄνωρ-ος,ον,A.v.l. for ἄωρος, ἄ. ἀποθανώνId. 2.79 , cf. Leg.Gort. 7.29 .ReferencesId. 2.79Leg.Gort. 7.29