ὑφάπτω, Ion.
ὑπάπτω,
A. set on fire from underneath,
ὑπῆψαν τὴν ἀκρόπολιν
Hdt. 1.176
; ὑφῆψε δῶμ' ἀνηφαίστῳ πυρί
E. Or. 621
, cf. 1618 ; ὑ. πυράν
Th. 2.52
:— Pass. , πόλις ὑφάπτεται πυρί
E. Tr. 1274
;ἃς(sc.ἁμάξας) ἔδει ἐν καιρῷ ὑφαφθῆναι
Aen.Tact. 28.7
;εὕρωμεν(i. e.-ομεν) τὰς θύρας . . ὑφημ<μ>ένας φωτί
BGU 1201.10
(i A. D.).
2. metaph.,inflame unperceived,