ὑψηλός,ή,όν(also-ός,όν Demetr.Troezen. 1 Diels): Comp. and Sup.
-ότερος, -ότατος,and irreg.
A.
-έστατος
Paus. 5.13.9
: (ὕψι, ὕψος): —high, lofty,
θάλαμος
Od. 1.426
; πύργος
Il. 3.384
, etc.; of ahighlandcountry, χώρη ὀρεινὴ . . καὶ ὑψηλή
Hdt. 1.110
; ὑψλὰ χωρία
Th. 3.97
; andὑψηλάalone, Pl. Lg. 732c ;ἐφ' ὑψηλοῦ εἶναι, καθῆσθαι,
X. HG 4.5.4 , Luc. Rh.Pr. 6 ; ἐν ὑψηλῷ τινι καταστάς
Plu. Eum. 17