ὑψοῦ,Adv., (ὕψος)
A. high,
νῆα . . ἔρυσσαν ὑ. ἐπὶ ψαμάθοις
Il. 1.486
;ὑ. δ' ἐν νοτίῳ τήν γ' ὅρμισαν [νῆα] outfrom the beach, Od. 4.785 , 8.55 ;τῆς πόλιος . . ἐκκεχωσμένης ὑ.having the soil raisedto a great height,
Hdt. 2.138 ; ὑ. πατεῖν
Pi. O. 1.115
, cf. P. 10.70 , B. 5.18 ; ὑ. κρέμασθαι
Hermipp. 55
(anap.); ὑ. φέρεσθαι
Anaxil. 22.30
.
II. metaph.,ἐξάρας με ὑ.having praised mehighly,
Hdt. 9.79 ; ὑ. αἴρειν θυμόν
S. OT 914
. Cf.ὑψόσε.