LSJὑψ-ωμᾰτικόςGlossὑψ-ωμᾰτικός , ή , όν , dub. sens., ἀπὸ ὑ. ζῳδίου εἰς ὑψωτικόν Id. 228.19 .ὑψ-ωμᾰτικός,ή,όν, dub. sens.,A.ἀπὸ ὑ. ζῳδίου εἰς ὑψωτικόνId. 228.19.ReferencesId. 228.19