φᾰείνω, poet. form ofφαίνω,
A. shine, give light,freq. of the sun, ἠέλιος δ' ἀνόρουσε . . , ἵν' ἀθανάτοισι φαείνοι
Od. 3.2
, cf. Hes. Op. 528 , Call. in PSI 11.1218a7 ; [ ἠὼς] ἐπιχθονίοισι φ.
Hes. Th. 372
; also ἐν νεκύεσσι, μετ' ἀθανάτοισι φ.
Od. 12.383
, 385 ; λαμπτῆρας τρεῖς ἵστασαν ἐν μεγάροισιν, ὄφρα φαείνοιεν
18.308
;λαμπτῆρσι φαείνων giving lightby . . , ib. 343 :— Pass. in same sense, A.R. 2.42 ;appear,ib. 4.1362 , Call. Ap. 9 .
2. metaph., λόγος περὶ τοῦδε φαείνει
Orph. Fr. 247.9
.
II. trans.,bring to light,
ὁπός' ἑρπετὰ γαῖα φαείνει