φαιδρύν-ω, Ep.
impf.
A.
φαιδρύνεσκεν
A.R. 4.671
:—make bright, cleanse(coupled withἀποπλύνειν καὶ διαπλύνεινby Poll. 7.40 ), τινὰ λουτροῖσι φ.
A. Ag. 1109
(lyr.);θεαὶ μορφὰν ἐφαίδρυναν gavemea brightform, says Helen, E. Hel. 678 (lyr.); φ. χρόα
Call. Jov. 32
;δέμας, εἵματα,
A.R. 3.1043 , 4.671 ; στεφανοῦντα καὶ φαιδρύνοντα τὸν Ἑρμῆν καὶ τὴν Ἑκάτην
Porph. Abst. 2.16
; χεῖρας
AP 5.227
(Paul. Sil.); τῇ γλώττῃ τὸ πρόσωπον
Ael. NA 3.21