φάντᾰσ-μα,ατος,τό,
A.
= φάσμα ,apparition, phantom,
ἐνύπνια φαντάσματα
A. Th. 710
; νυκτέρων φ. ἔχουσι μορφάς
Id. Fr. 312
; φ. δαίμονος
Plu. Dio 2
, cf. E. Hec. 54 , 94 (anap.), 390 , Chrysipp.Stoic. 2.22 , Ev.Matt. 14.26 ; περὶ τὰ μνήματα . . ὤφθη ἄττα ψυχῶν σκιοειδῆ φ.
Pl. Phd. 81d
;vision, dream,
Arist. EN 1102b10 (pl.), Theoc. 21.30 .
b. pl.,phenomena,
τὰ ἐν ἀέρι φ.
Arist. Mu. 395a29
: pl.,portents,