φάτν-η,ἡ,
A. manger, crib,[ἵππους] ἀτίταλλ' ἐπὶ
φάτνῃ
Il. 5.271
; ἵππος ἀκοστήσας ἐπὶ φ.
6.506
; ἵππους μὲν κατέδησαν . . φάτνῃ ἐφ' ἱππείῃ
10.568
; ἐϋξέστῃ ἐπὶ φ.
24.280
; ἡ φ. τῶν ἵππων
Hdt. 9.70
, cf. E. Ba. 510 (pl.), X. Cyr. 3.3.27 (pl.), Ev.Luc. 2.7 , al.;φάτναι Ζηνὸς,of themangerof Pegasus, Pi. O. 13.92 : also of oxen, ὥς τίς τε κατέκτανε βοῦν ἐπὶ φ.
Od. 4.535
, 11.411 .
2. βοῦς ἐπὶ φ.,proverb. of ease and comfort, Philostr. Im. 2.10 ; also πλουσίαν ἔχειν φ.