φάω [ᾰ],
A. shine,
φάε δὲ χρυσόθρονος Ἠώς
Od. 14.502
; Χηλαὶ λεπτὰ φάουσαι
Arat. 607
:— Hsch. also cites apart. φῶντα
= λάμποντα , and Ep.
aor. 2 πέφη
= ἐφάνη. (φαϝ-,cf.φάος, φαῦσις.)
shine,
φάω [ᾰ],
A. shine,
φάε δὲ χρυσόθρονος Ἠώς
Od. 14.502
; Χηλαὶ λεπτὰ φάουσαι
Arat. 607
:— Hsch. also cites apart. φῶντα
= λάμποντα , and Ep.
aor. 2 πέφη
= ἐφάνη. (φαϝ-,cf.φάος, φαῦσις.)