φερέγγῠος,ον, (ἐγγύη)
A. giving surety:—hence, generally,to be depended upon, trusty, φρούρημα, προστάται, σθένος,
A. Th. 449 , 797 , Eu. 87 : c.inf.,capable, sufficient,
οὐ φ. εἰμι δύναμιν παρασχεῖν τοσαύτην
Hdt. 5.30
; λιμὴν φ. διασῶσαι τὰς νέας
Id. 7.49
, cf. A. Th. 396 , 470 : c. gen. rei,warrant fora thing,able to answer for,
τί . . κελεύεις, ὧν ἐγὼ φ.;
S. El. 942
;trustyin face of danger, πρὸς τὰ δεινὰ φερεγγυώτατος
Th. 8.68
.—Cf.ἐχέγγυος.