φηλ-όω,
A. cheat, deceive,
ἐφήλωσεν φρένας
A. Ag. 492
; ἐπέεσσιν
A.R. 3.983
; λώβαισι καὶ κλαυθμοῖσι
Lyc. 785
, cf. Men. 17 :— Pass. , γλώσσαις φηλούμενοι
E. Supp. 243
.
cheat, deceive,
φηλ-όω,
A. cheat, deceive,
ἐφήλωσεν φρένας
A. Ag. 492
; ἐπέεσσιν
A.R. 3.983
; λώβαισι καὶ κλαυθμοῖσι
Lyc. 785
, cf. Men. 17 :— Pass. , γλώσσαις φηλούμενοι
E. Supp. 243
.