ἀοιδ-ή [ᾰ], Att.
contr.
ᾠδή(q. v.),ἡ, : (ἀείδω):—
A. song,whether:
1. art of song,
αὐτὰρ ἀοιδὴν θεσπεσίην ἀφέλοντο
Il. 2.599
; ὡς ἄρα τοι . . θεὸς ὤπασε θέσπιν ἀ.
Od. 8.498
.
2. act of singing, song,
οἱ δ' εἰς ἱμερόεσσαν ἀ. τρεψάμενοι
18.304
; ὑπ' ὀρχηθμῷ καὶ ἀοιδῇ
Hes. Sc. 282
.
3. thing sung, song,
στονόεσσαν ἀ. οἱ μὲν ἄπ' ἐθρήνεον