φῐλοδοξ-έω,
A. love fame, seek honour, ἐπί τινι fororina thing, Arist. Rh. 1387b35 ; σωφροσύνῃ
Plb. 31.28.10
;φ. εἰς τοὺς Ἕλληνας seek creditamongst them, Id. 1.16.10 ;εἰς τὸ κοινόν, εἰς τὴν σύνοδον,
JHS 54.142 (Delos,ii B. C.); εἰς τὸν δῆμον
IG 22.1304.40
; ἐν τῇ πρὸς Εὐμένην διαφορᾷ
Plb. 31.6.5
; ἐν ἀριστοκρατικῷ πολιτεύματι
Id. 23.14.1
; πρός τι
Id. 27.9.7
, Plu. 2.125d ; abs., Metrod. Fr. 56 , Plb. 35.4.12 , Phld. Vit. p.7 . J. , al.: prov.,πεφιλοδοξηκὼς ἐν Σικελίᾳ καθάπερ ἐν ὀξυβάφῳ,i.e. to be a great man in a small way, Plb. 12.23.7 .