φῐλονῑκ-ία,ἡ,
A. love of victory, rivalry, contentiousness,mostly in bad sense, φ. ἕνεκα τῆς αὐτίκα
Th. 1.41
, cf. 3.82 ; φ. ἀνόητος
Democr. 237
; φ. ἢ φιλοτιμίας ἕνεκα
Pl. Lg. 860d
, cf. Alc. 1.122c ; ἐκ μέθης καὶ φιλονικίας
Lys. 3.43
; διὰ στάσιν καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους φ.
Id. 33.4
; εἰς πόλεμον καταστᾶσαι πρὸς ἀλλήλας καὶ φ.
Isoc. 12.158
; ἡ πρὸς ἀλλήλους ἔρις καὶ φ.
D. 9.14
, cf. Pl. Ti. 88a ; ἀλλά τίς με φ. εἴληφεν πρὸς τὰ εἰρημένα