φῐλοχωρ-έω,
A. to be fond of a placeorcountry, hauntit, Hdt. 8.111 ; ἐκεῖσε φ.
Ar. Fr. 149.5
: c. dat., φ. τόποις
Plb. 4.46.1
; ὄρεσιν
D.H. 1.13
; τῷ λόφῳ
Id. 1.34
, cf. 3.9 , 5.63 ; τοῖς ἀλλοτρίοις
Id. 8.47
(butἐν τοῖς ἀλλοτρίοιςib. 35 codd.); φ. περὶ ταφάς
Plu. 2.612a
: metaph.,φ. ἐπὶ τῇ παρανόμῳ δυναστεία, ἐπὶ [τῇ φιλοσοφίᾳ], D.H. 11.11 , Iamb. Protr. 6 ; περὶ τοὺς ἐθισμούς
Plu. 2.714b
: c.inf., φιλοχωροῖμεν ἂν μένειν