LSJφλάσιςGlossφλάσις [ᾰ] , εως , ἡ , ( φλάω ) Ion. for θλάσις, Hp. VC 18 .φλάσις [ᾰ],εως,ἡ, (φλάω) Ion. forθλάσις,Hp. VC 18 .