LSJφλεγμώδηςGlossφλεγμώδης , ες , = φλεγματώδης, χυμοί Gal. 9.460 (s. v. l.).φλεγμώδης,ες,A.= φλεγματώδης, χυμοίGal. 9.460 (s. v. l.).ReferencesGal. 9.460