; of the person who feels fear,φόβον λαβεῖν, ἔχειν,
E. El. 39 , X. Hier. 11.11 ; ἐκ φόβου φ. τρέφω
S. Tr. 28
: acc. cogn.,φόβους φοβεῖσθαι, δεδοικέναι,
Pl. Prt. 360b , E. Supp. 548 ;τὸν σὸν οὐ ταρβῶ φ.I fear not with thyfear,i.e. notlikethee, S. Ph. 1251 ;Ταντάλου φ. φοβεῖσθαιSch. E. Or. 6 ; ἐς φ. κατιστέατο
Hdt. 8.12
, cf. Th. 2.81 ; ἐν φ. γενέσθαι
Pl. R. 578e
; φ. μ' ἔχει
A. Ag. 1243
, cf. E. Or. 1255 ;μοι φ. τις εἰσελήλυθ', μ' ὑπῆλθέ τις φ.,ib. 1324 , S. Ph. 1231 ; τοῖς Ἕλλησι φ. ἐμπίπτει
X. An. 2.2.19
, etc.;διὰ φόβου ἔρχομαι, διὰ φόβων γίγνομαι,
E. Or. 757 (troch.), Pl. Lg. 791b : opp. φόβον λύειν
A. Th. 270
, E. Or. 104 ; διαλῦσαι
Pl. Mx. 241b
; φόβους ἐξαίρει τῶν πολιτῶν
Isoc. 2.23
; ἀπεληλακέναι τινί
X. Cyr. 4.2.10
;φόβου ἀπαλλάξεσθαιto get rid ofit,ib. 5.2.32 ; φόβου ἐκλύσασθαί τινα
S. OT 1002
; φόβους ἀπολύεσθαι
Arist. Rh. 1415b18
;φόβου μεθεῖσα(Valck.φόβον) E. Hel. 555 ; φόβου ἔξωθεν εἶναι
Id. El. 901
; ἵνα φόβος εἴη στρατεύειν
X. An. 2.4.3
;οὐ φ. μὴ. . Id. Mem. 2.1.25 ;φ. ἐστὶν ὅπως μὴ. . Pl. Smp. 193a ; butφόβος εἰ πείσωIfearI shall not persuade . . , E. Med. 184 (anap.);ἡμέας ἔχειφ. τε καὶ δέος ὅκως χρὴ. . Hdt. 4.115 (φόβος ἦν ὥστε μὴ τέγξαιis corrupt in E. IT 1380 ): adverbial usages,φόβῳ byorthrough fear,