LSJφοινῑκελίκτηςGlossφοινῑκελίκτης , οῦ , ὁ , = ἀπατηλός , Com.Adesp. 1293 .φοινῑκελίκτης,οῦ,ὁ,A.= ἀπατηλός , Com.Adesp. 1293 .ReferencesCom.Adesp. 1293