φοινίκ-ισμα,ατος,τό, in pl.,
A.
= τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 (φοινίσματαcodd.).
φοινίκ-ισμα , ατος , τό , in pl., = τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 ( φοινίσματα codd.).
φοινίκ-ισμα,ατος,τό, in pl.,
A.
= τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 (φοινίσματαcodd.).