LSJφοίνισσαGlossφοίνισσα , φοίνισσα , fem. of Φοῖνιξ, φοῖνιξ.φοίνισσα,φοίνισσα, fem. ofΦοῖνιξ, φοῖνιξ.Related Lemmasφοίνισσα