φοινίσσω, E. Or. 1285 (lyr.), etc.;fut. ξω
B. 12.165 , etc.: (φοινός): —
A. redden, make red, αἵματι Ἄρης πόντον φοινίξειOrac. ap. Hdt. 8.77 , cf. B. l. c.; χεῦμα Καί̈κου
Epic.Alex.Adesp. 3.15
; σφάγια φ.
E.
l. c.; φοινίσσουσα παρῇδ' ἐμὰν αἰσχύνᾳ
Id. IA 187
(lyr.);empurple,
μόρον
S. Fr. 395
:— Pass. ,to beorbecome red,
μάστιγι νῶτα φοινιχθείς
S. Aj. 110
; αἵματι φ.
E. Hec. 151
(anap.); πόντος ναί̈οις ἐφοινίσσετο σταλαγμοῖς