φοιν-ός,ή,όν, (φόνος)
A. blood-red,
παρήϊον αἵματι φοινόν
Il. 16.159
:blood-red,
θυμὸν ἀποπϝείων
h.Ap. 362
.
2. deadly, δάκη, ὄλεθρος,
Nic. Th. 146 , 675 ; ποτόν
Id. Al. 187
.
blood-red,
φοιν-ός,ή,όν, (φόνος)
A. blood-red,
παρήϊον αἵματι φοινόν
Il. 16.159
:blood-red,
θυμὸν ἀποπϝείων
h.Ap. 362
.
2. deadly, δάκη, ὄλεθρος,
Nic. Th. 146 , 675 ; ποτόν
Id. Al. 187
.