φον-ή,ἡ, always, exc. in Suid. , in pl.,
A. carnage,esp. on the field of battle, ἀσπαίροντας ἐν ἀργαλέῃσι φονῇσιν
Il. 10.521
; ἐν φοναῖς καλῶς πεσόντ'
A. Ag. 447
(lyr.); ἐν φοναῖς πεπτῶτ' ἄθαπτον
S. Ant. 696
; ἔτι ἐν τῇσι φονῇσι ἐόντας
Hdt. 9.76
; κομισθέντα ἐκ τῶν φονῶν
Ael. NA 5.1
; also of slain beasts, θηρὶ μαχέσσασθαι ἕλικος βοὸς ἀμφὶ φονῇσιν
Il. 15.633
; ἐν φοναῖς θηροκτόνοις
E. Hel. 154
.
II. blood shed by slaying, θῆκέ τ' Αἴγισθον ἐν φοναῖςlaid him welteringin his blood,