LSJφόρ-εμαGlossφόρ-εμα , ατος , τό , later form for φόρημα, Phot. , Suid. s.v. φάκελλος.φόρ-εμα,ατος,τό, later form forφόρημα,Phot. , Suid.A.s.v. φάκελλος.