φράσις [ᾰ],εως,ἡ,
A. speech, εἰς τὴν Ἑλλάδαφ.cj. in Ael. VH 9.16 .
II. way of speaking, expression,
ἀσαφὴς γὰρ ἦν ἐν τῇ φ. τῶν πραγμάτων
Ar. Ra. 1122
; δεινὸς περὶ τὴν φ.
Arist. Fr. 70
; τάχος καὶ ὀξύτης τῆς φ.
Plu. Cat.Ma. 12
;style, φ. ποιητική, τραγική, ἱστορική,
Str. 1.2.6 ; τὸν χαρακτῆρα τῆς φ.
Sor. Vit.Hippocr. 13
;φ. κυρία, τροπική,
D.H. Th. 22 ;φ. ἀγκυλωτέρα, φ. ἀσυνήθης,ib. 25 , 54 ; φ. ὑψηλή
Id. Comp. 18
; φ. ἀφελὴς καὶ ἀποίητος