φρον-ημᾰτίζομαι, Pass. ,
A. to become presumptuous,
Arist. Pol. 1274a13 ;φρονηματισθέντες ἐκ τῶν ἔργωνib. 1341a30 ;πεφρονηματισμένοι διά τιib. 1284b2 , cf. D.S. 5.24 ; ἐπὶ τοῖς γεγονόσι
Plb. 21.25.8
, D.S. 9.2 ; c. dat., νίκῃ
Id. 12.48
; πλῆθος τῶν -ισμένων ὡς ὁμοίων κατ' ἀρετήν
Arist. Pol. 1306b28
;φ. ὅτι. .to get a notionthat . . , Sch. Theoc. 14.48 .