φύγᾰδε,Adv., (φῠγή)
A. to flight,
φύγαδε τράπε μώνυχας ἵππους
Il. 8.157
, cf. 257 ; φύγαδ' αὖτις ὑποστρέψας
11.446
; ἄλλοι φ. μνώοντο ἕκαστος
16.697
.
to flight,
φύγᾰδε,Adv., (φῠγή)
A. to flight,
φύγαδε τράπε μώνυχας ἵππους
Il. 8.157
, cf. 257 ; φύγαδ' αὖτις ὑποστρέψας
11.446
; ἄλλοι φ. μνώοντο ἕκαστος
16.697
.