ἀπαί̈σσω, Att.
ἀπαιολ-ᾴσσω,
A. spring froma height, κρημνοῦ ἀπαί̈ξας
Il. 21.234
.
II. dart away,
ὁπόταν μὲν ἀπαί̈ξῃ τέρεν αἷμα
Emp. 100.6
, cf. ib. 23 ; τοῦ δ' ἐγὼ κλύων ἀπῇξα
S. Tr. 190
, cf. Ar. Ra. 468 ; ἀπῇξε πέμφιξ
S. Fr. 337
; φρένες . . γνώμης ἀπῇξαν
Id. Aj. 448
. [ ἀπᾱ-
Hom.
, cf.ἀί̈σσω.]