φύζ-α(notφῦζα, Hdn.Gr. 1.251 ),ἡ, expld. asἡ μετὰ δειλίας φυγήby Aristarch. ap. Apollon. Lex.
A.
s.v. φόβος :—headlong flight, rout,
φύζα, φόβον κρυόεντος ἑταίρη
Il. 9.2
, cf. 14.140 ; ἀνάλκιδα φύζαν ἐνόρσας
15.62
; θάνατον καὶ φ. ἑταίρων
17.381
; ἐν δὲ Ζεὺς . . φύζαν ἐμοῖς ἑτάροισι κακὴν βάλεν
Od. 14.269
.