φῡκῐόεις,εσσα,εν,
A. full of seaweed, weed-strewn,
θίν' ἐν φυκιόεντι
Il. 23.693
; ἐπ' ἀϊόνος . . φυκιοέσσας
Theoc. 11.14
, cf. 21.10 .
full of seaweed, weed-strewn,
φῡκῐόεις,εσσα,εν,
A. full of seaweed, weed-strewn,
θίν' ἐν φυκιόεντι
Il. 23.693
; ἐπ' ἀϊόνος . . φυκιοέσσας
Theoc. 11.14
, cf. 21.10 .