φῡλετ-ικός,ή,όν,
A. oforfor a φυλέτης, δικαστήρια, δίκαι,
Pl. Lg. 768c , 915c ; φ. φιλίαι
Arist. EN 1161b13
.Adv.
-κῶς like tribesmen,
Id. SE 164a27
.
2. =Lat.tributus, φ. ἐκκλησία, = comitia tributa,
D.H. 7.59 ;ἡ φ.(sc.ἐκκλησία) App. BC 3.30 ; φ. ἀρχαιρεσίαι
D.C. 53.23
.
II. belonging to a
φυλή, γέαι
BSA 22.212
(Mylasa).