φύλλον,τό
A. leaf; in Ep. and Hdt. always in pl.leaves,or collectivelyfoliage,
φύλλα καὶ ὄζους
Il. 1.234
, al.; φύλλα δ' ἔραζε χέει
Hes. Op. 421
; τὰ φ. καταδρέποντες κατήσθιον
Hdt. 8.115
; ὅσσα τε χθὼν ἠρινὰ φ. ἀναπέμπει
Pi. P. 9.46
; ψυχὰς ἐδάη . . οἷά τε φύλλ' ἄνεμος δονεῖ
B. 5.65
; sg., S. OC 701 (lyr.), Thphr. HP 1.10.6 , etc.; οἵη περ φύλλων γενεή, τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν
Il. 6.146
, cf. Mimn. 2.1 ; φύλλων γενεᾷ προσόμοιοι
Ar. Av. 685