φύλοπις [ῡ],ιδος, acc.ιδαandιν(v. infr.),ἡ,
A. battle-cry, din of battle,freq. in Hom. , ἔγειρε δὲ φύλοπιν αἰνήν
Il. 5.496
, cf. 4.65 , al.; φυλόπιδα στήσειν πολέμοιο
Od. 11.314
, cf. Hes. Sc. 114 , Il. 13.635 ; πόλεμος καὶ φ.
4.15
, 82 ; νεῖκος φυλόπιδος
20.141
.— Ep. word, used once by S. El. 1072 (lyr.), and in a mock oracle, Ar. Pax 1076 : pl., φυλόπιδας προτέρων ὕμνησαν ἀοιδοί
Theoc. 16.50
.