φῡσιάω, Ep.
part. φῡσιόων:—intr.,
A. blow, puff, snort, breathe hard, pant,
ἵπποι φυσιόωντες
Il. 4.227
, 16.506 ; μόχθοις ἀνδροκμῆσι φυσιᾷ σπλάγχνον
A. Eu. 248
; φυσιῶν . . ἐκβάλλει ῥοὴν . . φοινίου σταλάγματος
S. Ant. 1238
: metaph., μέσφ' ὁ δαίμων οὔρια φυσιάει
Cerc. 4.49
.
2. hiss,
φυσιόωσα ἔχις
Opp. C. 3.439
, cf. 1.262 .
3. metaph.,to be puffed up,