φων-ητός,ή,όν,
A. to be spoken,
ἅ τ' οὐ φωνητὰ πρὸς ἀνδρός
AP 6.210
( Philet. ).
II. utterable, τὸ ἔσχατον φ.,opp.τὸ πρῶτον ἀκουστόν,
Nicom. Harm. 2 .
to be spoken,
φων-ητός,ή,όν,
A. to be spoken,
ἅ τ' οὐ φωνητὰ πρὸς ἀνδρός
AP 6.210
( Philet. ).
II. utterable, τὸ ἔσχατον φ.,opp.τὸ πρῶτον ἀκουστόν,
Nicom. Harm. 2 .