φωρ-άω,fut. άσω [ᾱ] Ar. Nu. 499 , etc.: (φώρ, φωρά):
A. search after a thiefortheft, search a house to discover stolen goods, φωράσων ἔγωγ' εἰσέρχομαιAr.l.c., cf. Ra. 1363 (lyr.); φωρᾶν παρά τινι
Pl. Lg. 954a
.
2. generally,detect, discover,
τὰ πλεῖστα φωρῶν αἰσχρὰ φωράσεις
S. Fr. 853
;οὐδένα ἄν τις φωράσαι τῶν . . καλουμένων δυνατῶν . . ῥητόρων ὅς οὐ. . Phld. Rh. 2.247
S. : freq. c.part., ἀργύριον πῶς φωράσειεν ἄν τις ἐξαγόμενον;
X. Vect. 4.21
; τοῦτο φ. δρῶντας ἡμᾶς
Pl. Ti. 63c
; φ. τινὰς ἐπιβουλεύσαντας
Arist. Pol. 1306b30
; ψεῦδος ὂν ἐφωράσαμεν