χαλιμ-άς,άδος,ἡ,
A. a shameless woman,
Hsch. ; = πόρνη , Suid. (χαλίμαcodd.); of theβάκχαι(χαλωμένας εἰς συνουσίαν), EM 805.9 ; also expld. asἡ ὑπὸ μέθης χαλωμένη,
Eust. 1471.3 ;χαλιμίαςandχαλίδας(of theβάκχαι) are vv.ll. in A. Fr. 448 (ap.Sch.A.R. 1.473 ).