LSJχαλκο-βόαςGlossχαλκο-βόας , ου , ὁ , = χαλκεόφωνος, Ἄρης S. OC 1046 (lyr.).χαλκο-βόας,ου,ὁ,A.= χαλκεόφωνος, ἌρηςS. OC 1046 (lyr.).ReferencesS. OC 1046