ἁπᾰλός,ή,όν,
A. soft to the touch, tender: in Hom. mostly of the human body, ἁπαλὴν ὑπὸ δειρήν
Il. 3.371
; παρειάων ἁπαλάων
18.123
; ἁπαλοῖο δι' αὐχένος ἦλθεν ἀκωκή
17.49
; ἁ. πόδες
19.92
;ἁ. τέ σφ' ἦτορ ἀπηύρα,i. e. the life ofyounganimals, 11.115 ; ἵεσαν αὐδὴν ἐξ ἁπαλῶν στομάτων
Hes. Sc. 279
; δέρα
Sapph. Supp. 23.16
; of persons,delicate,
παῖδες
Alc. Supp. 14.5
; εὐμορφοτέρα . . τᾶς ἀπάλας Γυρίννως