LSJχᾰμαι-λίβᾰνοςGlossχᾰμαι-λίβᾰνος [ῐ] , ὁ , a kind of λίβανος, Aët. 1.129 .χᾰμαι-λίβᾰνος [ῐ],ὁ, a kind ofλίβανος,Aët. 1.129 .