LSJχαραμβαλιαστύς:Glossχαραμβαλιαστύς: γέλως ὁ μετὰ παιδιᾶς, Hsch. (post χρᾷν ); leg. κραμ- , q.v.χαραμβαλιαστύς: γέλως ὁ μετὰ παιδιᾶς,Hsch. (postχρᾷν); leg.κραμ-, q.v.Related Lemmasκραμ-