χάρμη(A),ἡ, prop.
A. joy of battle, lust of battle,
χάρμῃ γηθόσυνοι τήν σφιν θεὸς ἔμβαλε θυμῷ
Il. 13.82
; once in Od. , μνησώμεθα χάρμης
22.73
, cf. Il. 4.222 , 8.252 , al.; opp. λήθετο χάρμης
12.203
, 393 , etc.: pl.,δύο χάρμαιtwobattle-joys,i.e.victories,
Pi. O. 9.86 ;successes,opp.κακά,
Ps.-Phoc. 118 : but,
II. battle,
προκαλέσσατο χάρμῃ
Il. 7.218
; ἔλθοι τεθνηώς, καί μιν ἐρυσαίμεθα χάρμης
17.161
; εἰδότε χάρμης